Κόβονται μόλις γεννηθούμε αλλά καμιά φορά ουσιαστικά δεν κόβονται ποτέ. Μένουν εκεί, αόρατοι, για να μας θυμίζουν πως πάντα με κάτι θα μένουμε δεμένοι και δεν θα μπορούμε να ξεφύγουμε. Είναι λες και μας λείπει από τότε που γεννηθήκαμε και μας τον έκοψαν και ολόκληρη τη ζωή μας πασχίζουμε να τον φτιάξουμε ξανά. Σαν να μη θέλουμε να μένουμε αποκομμένοι, ανεξάρτητοι, ελεύθεροι αλλά πάντοτε ζητάμε να γίνουμε μωρά ξανά, να είμαστε ενωμένοι διαμέσου του ομφάλιου λώρου με τον οποιονδήποτε: μητέρα, πατέρα, φίλους, γκόμενους, γκόμενες, σπίτι, δουλειά, παρελθόν…
Αλλά κάποια στιγμή στη ζωή μας όλοι μας θα κληθούμε να παίξουμε το ρόλο της μαμής. Θα έρθει η ώρα που, νιώθωντας την ίδια οδύνη αποχωρισμού που νιώθει το βρέφος, θα πάρουμε μόνοι μας το αόρατο ψαλίδι στο χέρι μας και θα κόψουμε τον ομφάλιο λώρο που δεν θα φαίνεται. Για κάποιο διάστημα λύπη θα μας κυριεύει γιατί όπως το μωρό θα βγούμε από ένα ασφαλές περιβάλλον έξω, στο άγνωστο, σε ένα κρύο και αφιλόξενο περιβάλλον.
Όμως θα είναι μια εμπειρία γέννησης…

Και ένιωσε ένα κύμα αγάπης να τον διαπερνά, να διατρέχει τις φλέβες του σαν το αίμα της καρδιάς του, να τον ζεσταίνει, να τον ζωογονεί αλλά και να τον κάνει κομμάτια. Ένιωσε πως από αγάπη φτιάχτηκε κι αυτός και όλα γύρω του, ένιωσε πως όλα βρίσκονταν μέσα σε αυτόν κι αυτός ήταν μέρος των πάντων. Σχεδόν χάθηκε η ταυτότητά του, σχεδόν εκμηδενίστηκε.
Κάποιες φορές – παράξενο το γιατί – περνάμε χρόνια της ζωής μας με την ελπίδα και το όνειρο να χτίσουμε.
Θέλω να κάνω μια ερώτηση και όποιος μπορεί ας μου απαντήσει. Λένε ότι 12.000 άνθρωποι που προσλήφθηκαν στα stages λίγο πριν τις εκλογές θα απολυθούν επειδή ήταν, λέει, κομματικές προσλήψεις.
Περνώντας τυχαία από διάφορες περιοχές της Αθήνας σηκώνουμε τα μάτια και κοιτάζουμε κάποια μπαλκόνια. Όχι γιατί μας κάνει εντύπωση η εγκατάλειψή τους, η βρώμα τους ή αντίθετα το πόσο περιποιημένα είναι. Σηκώνουμε τα μάτια και τα κοιτάζουμε γιατί κάποτε καθόμασταν σε εκείνα τα μπαλκόνια και πίναμε καφέ μαζί με εκείνον που κατοικούσε εκεί. Είναι τα μπαλκόνια των πρώην σχέσεων, εκεί που αγκαλιασμένοι κοιτούσαμε τον κόσμο, κάναμε όνειρα, χασμουρηθήκαμε στη θέα του ξημερώματος, βγήκαμε έξω οργισμένοι να πάρουμε αέρα για να μη συνεχίσουμε τον καβγά.
Για πολλά πολλά χρόνια κοιμάται βαθιά κι ονειρεύεται μες στη φωλιά που φτιάχνουν τα όνειρά του. Σαν από έναν αιθερικό ομφάλιο λώρο τρέφεται από εκείνα που τον τρομάζουν, που τον κάνουν να ελπίζει, να εύχεται, να αποστρέφεται. Τα μάτια του είναι αδύναμα κάτω από τα κλειστά τους βλέφαρα και μόνο το άσπρο και το μαύρο ξεχωρίζουν αλλά και αυτό πάλι αμυδρά.
Κάποτε ήταν ένας άνθρωπος πιο φτωχός και από τους φτωχούς. Δεν είχε τίποτα ούτε καν τα στοιχειώδη και ζούσε με τα αποφάγια των ανθρώπων που πετούσαν στα σκουπίδια και φορούσε τα ρούχα που εκείνοι δεν χρειάζονταν άλλο, γιατί τα είχαν βαρεθεί.