Υπάρχει ένας λόφος αγαπημένος κάπου στην πόλη, που συνηθίζω κάθε μεσημέρι να πηγαίνω για τρέξιμο. Δεν είναι μόνο το τρέξιμο που κάνει καλό, είναι και η ηρεμία που υπάρχει εκεί επάνω, όπου οι θόρυβοι της πόλης που ακούγονται από μακριά δεν είναι τόσο ενοχλητικοί. Φυσικά δεν είμαι ο μόνος, καθώς και άλλοι άνθρωποι μοιράζονται την ίδια ιδέα με εμένα αλλά δεν ξέρω το κατά πόσο μοιράζονται και τις ίδιες σκέψεις. Θα κάνω μια απόπειρα, όμως να μπω στο μυαλό τους έστω κι αν αυτό είναι πιθανώς λιγότερο πρόστυχο και διεστραμμένο από το δικό μου.
Ο Παίδαρος. Κάπου μεταξύ 30 και 35 χρονών, ο παίδαρος του λόφου δεν είναι τόσο παίδαρος όσο νομίζω αλλά σαφώς αποτελεί την καλύτερη εμφάνιση (μετά τη δική μου, μην ξεχνιόμαστε). Ντυμένος με απλές φόρμες, χωρίς κάτι ιδιαίτερο, έρχεται, κόβει μερικές βόλτες και φεύγει, αφού πρώτα με έχει αναστατώσει. Όπως είπα και πριν δεν έχει τίποτα το φοβερό αλλά εγώ για απροσδιόριστους λόγους τον βρίσκω σαν τον σέξυ γιατρό του Lost και δεν είναι λίγες οι φορές που φαντάζομαι να σκοντάφτει, να πέφτει κάτω κι εγώ να σπεύδω να του προσφέρω τις πρώτες βοήθειες.
Εγώ: Χτυπήσατε! Πωπω ένα τραύμα στη μαρμαροσμιλεμένη γάμπα σας! Σταθείτε να σας το δέσω, σκίζοντας το λευκό, κολασμένα στενό μπλουζάκι μου, γνωστής μάρκας, για να σας φτιάξω επίδεσμο.
Εκείνος: Πωπωω…χαλάσατε το μπλουζάκι! Κάνει και κρύο σήμερα και θα παγώσει το από ότι βλέπω γρανιτένιο στήθος σας που ξεπροβάλει από το ξεσκισμένο πλέον λευκό, γνωστής μάρκας μπλουζάκι σας…
Εγώ: Δεν πειράζει. Είμαι γνωστός για την αυτοθυσία που δείχνω στα τεκνά.
Εκείνος: Νομίζω πως δεν θα μπορέσω να σας αντισταθώ για πολύ. Είστε ακαταμάχητος, αν και είμαι straight πάππου προς πάππου.
Εγώ: Αγαπητέ μου, ένας βασικός κανόνας της Βιολογίας είναι ότι απέναντι στον profusion δεν υπάρχει ανοσία…
Κάπου εκεί έχω ήδη φτάσει στην ανηφόρα και με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω δεν είναι δυνατό να κάνει κανείς όνειρα.
Η στριμμένη. Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η κοπέλα μου βγάζει μια στριμάδα άλλο πράγμα. Έρχεται, κάνει το τρέξιμό της αλλά έχει ένα τόσο δηθενισμό κι ένα τόσο αφ’ υψηλού στο ύφος της που δεν ταιριάζει ούτε στο τοπίο αλλά ούτε στον αχλαδόσχημο κώλο της. Σε κοιτάζει με την άκρη του ματιού να περνάς και νιώθεις πως σε μισεί. Πάω στοίχημα πως μόλις με βλέπει σκέφτεται: «οι τρίχες του μουνιού μου καρφίτσες στα μάτια σου, καραγκιόζη». Είναι πολύ πιθανό πως έχει διαπιστώσει τη χημεία ανάμεσα σε μένα και τον παίδαρο (λέμε τώρα χημεία, όπως λέμε τώρα και παίδαρο) και έχει σκάσει, έχει φάει τα λυσσιακά της γιατί αυτή περνάει και ρίχνει η Δάφνη τα φύλλα της από τη γκαντεμιά και τη στριμάδα, ενώ το κάθε πεύκο με το που τη βλέπει εύχεται να ήταν καυσόξυλο σε παϊδακερί στα Βλάχικα της Βάρης παρά να στέκεται στο λόφο και να βλέπει τα μούτρα της. Για να καταλάβετε τι ανάποδη είναι, όλοι μας τρέχουμε δεξιόστροφα το λόφο, εκείνη είναι η μόνη που τον πάει αριστερόστροφα. Αλλά και τα κωλομέρια της, από όσο έχω παρατηρήσει, το ίδιο ανάποδα με την αφεντικίνα τους είναι. Στρίβει δεξιά και το κωλομέρι πάει αριστερά από μόνο του, λες και δεν θέλει να την ακολουθήσει, ως κι αυτό τη σιχάθηκε.
Το ατίθασο νιάτο. Όταν τον είδα την πρώτη φορά άρχισα να ωρύομαι I see dead people! και I see dead people! Ήταν τότε που έσπασα το προσωπικό μου ρεκόρ στο τρέξιμο σε λόφο, επειδή δεν μπορούσα να φανταστώ πως δεν ήταν φάντασμα που είχε στοιχειώσει το αγαπημένο μου λόφο αλλά «ζωντανός» άνθρωπος. Με τον καιρό τον συνήθισα όμως. Με μια τεράστια κοιλιά, απομεινάρι εκατοντάδων καφασίων μπύρας και πολλών ψαρόβαρκων καλαμαρακίων, όπως και στάνεων αιγοπροβάτων που είχε καταναλώσει, έδειχνε κάπως παράξενος μέσα σε εκείνη την τσιτωμένη μπλουζίτσα, για αυτό και τον πέρασα για το φάντασμα του Κρασοπατέρα. Μετά βέβαια τον συνήθισα και αυτόν και την κοιλιά του και τα μπεγλέρια του που (δυστυχώς) διαγράφονται μες στη φόρμα του να πηγαίνουν πέρα δώθε σε κάθε του απόπειρα να τρέξει. Και μόνο τότε συνειδητοποίησα αυτό που λέει ο κόσμος, ότι κάθε βήμα είναι προς το θάνατο. Πάντως δεν σταματάει να με εκπλήσσει κάθε φορά που συμπληρώνοντας έναν κύκλο τρεξίματος τον συναντάω να είναι ακόμη ζωντανός.
Το κομάντο. Σαρανταφεύγα προς πενηνταέρχομαι ο τύπος, αναπολεί την προηγούμενη εικοσαετία, πιθανώς και τη θητεία του στα ΟΥΚ που όλοι όσοι υπηρέτησαν εκεί έχουν να το λένε για όλη τους τη ζωή λες και ο James Bond και ο Rambo να ήταν αδερφούλες μπροστά τους. Το τι τρεξίματα κάνει, το τι πους απς στα παγκάκια, το τι να κρέμεται από τα κλαριά, ζαλίζεσαι να τη βλέπεις τη σβούρα. Με τη διαφορά ότι είναι από αυτή τη γυμναστική που λέγεται «του κώλου», διότι η μη – κώλου γυμναστική δεν είναι ένα πους απ κι αυτό μισό, ούτε και να κρατιέσαι από το κλαρί ίσα για να σε δει ο άλλος που περνάει, ενώ μετά αποχαυνώνεσαι στο κινητό μέχρι να περάσει ο επόμενος για να κάνεις τη φιγούρα σου. Μου θυμίζει κάτι πουρολόβερς που πάνε πουρνό πουρνό στην τράπεζα, σηκώνουν το εφάπαξ για να το επιδείξουν σε καμιά μαθητριούλα μπας και τους κάτσει (αν και η μαθητριούλα δεν θέλει να ‘χεις φουσκωμένη τσέπη αλλά φουσκωμένο καβάλο) και μετά κατά τις 13.30 σπεύδουν να το ξαναβάλουν στη θέση του και μένουν με τα γνωστά κέρματα.
Το Emo. Αυτό τι ρόλο βαράει στο λόφο, δεν έχω καταλάβει. Έρχεται, κάνει ένα γύρο με το ζόρι ντυμένο σαν κάτι γερομπαμπαλήδες με ένα σωρό φορεσιές και μετά κάθεται στο αμάξι, προφανώς κλαίγοντας τη μοίρα του. Άσε δε τα τσιγάρα. Ένας γύρος περπάτημα, μισό πακέτο κάπνισμα το πάει. Αφήστε που έχω την εντύπωση πως κάθε φορά που κάνει ένα γύρο ολόκληρο του μακραίνει και το μαλλί. Για να καταλάβετε, όταν τον πρωτοείδα είχε ένα καρεδάκι φτυστό το τότε καρέ της Βικτώριας Μπέκαμ, την επομένη έφερνε αρκετά σε Τατιάνα και μόλις χθες σε Στέλλα Μπεζεντάκου αλλά στο πιο κλαψομουνέ και στο ίδιο χαζό ακριβώς.
Πέρα από όλα αυτά όμως, ξέρετε καλά πως η φαντασίωση δεν έχει λογική. Ναι, είχα λυσσιάξει να παίξω λίγο με το ας το πούμε τεκνό, οπότε βλέποντάς το από μακριά να περπατάει μιλώντας στο κινητό, βάζω στο δικό μου να παίζει Madonna και μόλις με πλησίασε, κοιτάζοντάς τον περίπου κατάματα σιγοντάριζα τη ντίβα: «you may be my lucky star, but I’ m the luckiest by far». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, απάντησε σε κάτι που του είχαν πει: » Αφού σου λέου, τον παίρνου και δεν απαντάει». Άντε να τον «πάρεις» μετά από εκείνο το «τον παίρνου»…

Advertisements

About profusion

a man of respect, a man of honour.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s