Το ‘πε και το ‘κανε. Τον πήρε τελικά, δηλαδή παντρεύτηκε και είμασταν όλοι εκεί, συγγενείς και φίλοι για να τους ευχηθούμε το «βίον ανθόσπαρτον». Το άγχος που είχα  δεν περιγράφεται, δηλαδή ούτε που να παντρευόμουν εγώ ένα πράμα. Και να πεις ότι δεν προσπαθήσαμε να τη μεταπείσουμε; Προσπαθήσαμε αλλά εκείνη ανένδοτη. Τον ήθελε και θα τον έπαιρνε και ήταν τόση η επανάληψη των φράσεων «θα τον πάρω», «βρε είσαι σίγουρη πως θέλεις να τον πάρεις», «ε, και δεν τον παίρνεις;» που είχε σοκάρει τους θαμώνες της καφετέριας εκείνο το βροχερό απόγευμα που το συζητούσαμε, μιας και δεν είχαν ακούσει ότι μιλάγαμε για γαμπρό και νόμιζαν πως λέγαμε για τον πούτσο. Τελικά η φιλενάδα και τον γαμπρό θα έπαιρνε αλλά και τον πούτσο, αφού αυτά τα δυο πάνε μαζί, δυστυχώς.
Το επόμενο διάστημα κύλησε με πυρετώδεις προετοιμασίες και οργάνωση για να είναι όλα στην εντέλεια. Εκατοντάδες εργατοώρες χάθηκαν σε ψώνια, σε καλλωπισμούς, σε συνεστιάσεις και η μεγάλη ημέρα, με ένα μεσοδιάστημα περίπου 1,5 χρόνου, έφτασε. Ακολουθεί ανταπόκριση από το μέτωπο του γάμου, μέσω σκέψεων που έκανα σε παρατηρήσεις, ευχές και συνομιλίες με καλεσμένους. Μπομπονιέρες θα σταλούν σε όλους τους αναγνώστες διαδικτυακώς.

» Ααα, profusion, πολύ ωραίο το κοστούμι σου. Αν κάτι χαίρομαι σε σένα αυτό είναι ότι ξέρεις να ντύνεσαι πολύ καλά».
Ναι, η αλήθεια είναι ότι ήθελα να φορέσω κιμονό σαν εκείνο που φόραγε η Madonna στο nothing really matters, μόνο με πιο στενά μανίκια για να φαίνονται και οι δικέφαλοί μου αλλά ας όψεται η κενωνία. Ας ήταν πιο προοδευτική και θα σου ‘λεγα εγώ τι καλά θα πήγαινε το μαύρο σατέν σακάκι με το τοπάκι από μέσα. Ντεφιλέ μόδας θα τους είχα κάνει το γάμο εγώ.

«Τίναξε λίγο τα μαλλιά σου. Έχουν γεμίσει ρύζι και στρασάκια που είχε μέσα».
Ναι καλά. Αφού δεν με αφήσατε που δεν με αφήσατε να τα βάλω από μόνος μου παντού, θα τα αφήσω κι εγώ στα μαλλιά μου. Έτσι και το χατήρι μου θα γίνει και δεν θα δώσω δικαιώματα. Άντε, για να μη βάλω και γκλίτερ και τρέχετε.

«Κάνε λίγο στην άκρη για να ακουμπήσει το γκαρσόνι το δίσκο».
Φαντάσου να είναι τόσο προικισμένο το γκαρσόνι που με το που η ξερή του σηκωθεί και δείξει τρεις και τέταρτο νταν, σαν να είναι λεπτοδείκτης, σου απαντήσει: «μην ενοχλείστε» και κάνει μια να και ακουμπάει το δίσκο πάνω στη μαλαπέρδα του κι εσύ από την έκπληξη ανοίξεις το στόμα σου πιο μεγάλο από το τηγανόψωμο που βλέπεις και λόγω δίαιτας σου τρέχουν τα σάλια. Αυτό θα ήταν το πραγματικό κλου της βραδιάς.

«Ήσυχο σε βλέπω, ούτε καν τα κοιτάζεις τα γκαρσόνια. Φαίνεται δεν είναι του γούστου σου επειδή είναι από χωριό» (ατάκα του κολλητού μου).
Μα είσαι τελείως ανόητος τελικά. Οι τσοπαναραίοι εκτός του ότι είναι cult, φημίζονται για το μπρουτάλ του χαρακτήρα τους. Τόσα χρόνια με τους γιάπις και τους ιδιωτικούς υπαλλήλους προκοπή και χαϊρι δεν είδα, εκτός από μια φορά στο κρεβάτι τότε στο μεγάλο σεισμό της Αθήνας που δεν κατάλαβα εξ αρχής και νόμιζα ότι το σπίτι ολόκληρο σειόταν από τις επιδόσεις ενός στελέχους εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, οπότε και του φώναξα : «τι είσαι εσύ μανάρι μου; Εγκέλαδος!!» και το πήρε και πάνω του ο μαλάκας και μετά είχε και το θράσος, όποτε ήθελε φίκι φίκι να μου λέει :»είσαι να ενεργοποιήσουμε πάλι το ρήγμα της Πάρνηθας;». Δεν ήξερε φυσικά ότι εγώ απαντούσα θετικά όχι γιατί τον είχα καμία όρεξη αλλά επειδή έτρεφα τη φρούδα ελπίδα ότι ίσως στο σπίτι μας μαζευόταν ολόκληρο το γεωδυναμικό ινστιτούτο. Δεν μπορεί, κάποιο καλό τεκνό θα έχουν κι εκεί. Αλλά δεν…

«Δηλαδή θες να μου πεις ότι σου αρέσουν οι χωριάτες; Απορώ πως θα μπορούσες να συνεννοηθείς εσύ με αυτούς» (επίσης ατάκα του κολλητού)
Πανεύκολα, αν δεχτείς ότι στον καθένα πρέπει να μιλάς στη γλώσσα του. Για παράδειγμα, θα μπορούσα να του πω: «έλα να την αρμέξουμε τη γίδα» κλείνοντάς του το μάτι. Για πιο extreme καταστάσεις μπορούσα να του πω: » γουστάρεις να σου πήξω το γάλα να στο κάνω γιδοτύρι και μανουρογιάουρτο;» Ή ακόμα: » μαρκάλεψέ με και κάνε με να βελάξω σαν τη Μπιρμπίλω όταν την καβαλάει ο Στεφανής». Αν πρόκειται για κτηματία, του πετάς ένα: «πάμε να σου ξεβοτανίσω το αυλάκι;» και καθάρισες. Ενώ στο γιάπι πρέπει να λες τις γνωστές μαλακίες: «πωπωωω…πόσο σου ανέβηκε ο dow jones!!» ή «άσε με να σου κάνω ένα limit up να’χουν να το συζητάνε όλοι στο Χρηματιστήριο», ενώ για πιο extreme ακόμα του λες «πάμε να σου υποτιμήσω το δολάριο;» Ε, αυτά είναι που βαρέθηκα.

«Profusion!! Δεν ήξερα ότι χορεύεις τόσο καλό ζεϊμπέκικο! Δεν σε είχα δει ποτέ!»
Και που να με δεις να χορεύω το «σε πόνεσε η καρδιά μου και σε γουστάρει, θέλω τα δυο σου χέρια για μαξιλάρι». Τέτοιο σπάσιμο γοφού δεν έχεις ξαναδεί, στο εγγυώμαι. Ειδικά το κόλπο με τα δάχτυλα να γυρίζουν γύρω γύρω από τις ρώγες σαν να ψάχνω να βρω σταθμό στο ραδιόφωνο, θα σε αφήσει σύξυλη. Όταν δε δίνω μια και πετάω τη γόβα στον αέρα, το μαγαζί κινδυνεύει σοβαρά από πυρκαγιά.
(συνεχίζεται)

Advertisements

About profusion

a man of respect, a man of honour.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s