Κάποτε η αθάνατη ελληνική επαρχία είχε τη Σύρμω, τη Γκόλφω και άλλες θρυλικές φιγούρες ρουστίκ μούντζας. Κάποτε το θηλυκό πρότυπο της αγωνιζόμενης επαρχίας ήταν η Μπουμπουλίνα, που ονομάστηκε έτσι επειδή τον άντρα της τον έλεγαν Μπούμπουλη. Τώρα η ελληνική ύπαιθρος έχει ένα άλλο πρότυπο τσαχπινιάς, μιαν άλλη Μπουμπουλίνα που ονομάστηκε έτσι όχι από τον άντρα της αλλά επειδή είναι Μπουμπού. Ναι, πρόκειται για την ελληνίδα επαρχιώτισσα αδερφή που θα μιλήσω και, όπως πάντα θα μιλήσω για τις ακραίες της μορφές και πιο συγκεκριμένα για την κακιά βλαχάρα αδερφή.
Λόγω της κοινωνίας, που λέτε, ορισμένοι από εμάς έχουμε επιλέξει να ζούμε σαν τους κρυπτοχριστιανούς, διότι τώρα τα λιοντάρια είναι πιο μοβόρικα και δεν λέει. Πιο έντονο αυτό είναι στην επαρχία, φυσικά, που οι κοινωνίες είναι μικρές και κλειστές και καθένας γνωρίζει ποιά πηδήχτηκε με ποιόν. Μέχρι εδώ καλά και φυσιολογικά και κατανοητά. Το κακό αρχίζει όταν όλο αυτό εκτρέπεται προς την υστερία του να μη σε δει ο άλλος μη και σε ξέρει. Τα παιδάκια εκεί κάτω όμως ξεχνάνε μερικά βασικά πράγματα.

  1. Αν σε πετύχει σε πουστροκάναλο κάποιος συντοπίτης σου, πάει να πει πως την κάνει κι αυτός την κουτσουκέλα, άρα με τίποτα δεν τον παίρνει να σε ξεμπροστιάσει, απλούστατα διότι θα αποκαλυφθεί κι αυτός
  2. ακόμα και αν έπεσες πάνω στη μεγαλύτερη κατίνα αδερφή, καμιά τους δεν έχει την όρεξη να κάτσει και να ασχοληθεί με σένα, τη στιγμή που ψάχνει απεγνωσμένα κι αυτή για πούτσο

Αυτές είναι βασικές και, κατά τη γνώμη μου, λογικές αρχές. Οι κολομπίνες της επαρχίας, όμως, τις αγνοούν ηθελημένα και μη και τα αποτελέσματα είναι ευτράπελα. Έτσι, εσύ που είσαι πιο large τύπος τους δείχνεις πρώτος πρόσωπο και τότε αυτές, οι κουτοπόνηρες, είτε κόβουν τη σύνδεση είτε δεν σου δείχνουν για το φόβο να μην τις ξέρεις. «Καλέ, με ξέρεις, με έχεις ξαναδεί;» ρωτούσα κάποτε κάποιον που έμενε 50 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη που έμενα εγώ, αλλά είχε χεστεί τόσο πολύ πάνω του από το φόβο μη και τον ξέρω, που βρώμαγε το σκατό μέχρι εδώ. «Όχι» μου απαντούσε αλλά δεν έδειχνε πρόσωπο γιατί φοβόταν μήπως τον ήξερα εγώ. Κάποιος άλλος κάποτε, είχαμε δώσει ραντεβού και τον είδα να κόβει βόλτες δήθεν αδιάφορος, ενώ εγώ τον περίμενα και μάλιστα όχι κρυμμένος. Φυσικά ποτέ δεν πάτησε το πόδι του να μου πει έστω ότι δεν ενδιαφέρεται.
Ένας άλλος πάλι, έτρεμε και φοβόταν να συναντηθούμε μη και μας παρεξηγήσει κανείς και καταλάβει ότι είναι πούστης. Όταν τελικά τον έπεισα, έσπασα το κεφάλι μου να καταλάβω τι είχαν όλοι οι άλλοι που δήθεν δεν τον πέρναγαν για τοιούτο: γλαύκωμα; Κανέναν καταρρακτάκο; Αφού έκανε κρα το παιδί και έφευγαν φοβισμένα τα κοράκια από τα δέντρα ότι το μαζεύει σκυμμένος το φασολάκι στο χωράφι και πως του αρέσει να τον «ραντίζουν» οι εργάτες κοιλίτσα – μπουτάκι – μουτράκι και μάλιστα υποχρεωτικά και μόνο με αυτή τη σειρά, από τη βόλτα μας φοβόταν μην τον παρεξηγήσουν;
Φυσικά, όταν το πράγμα πάει στο γαμήσι, όλες ξεπερνούν τους φόβους τους και παίρνουν τα όρη, τα βουνά και τις παραλίες. Αυτό είναι που δεν μπορεί η αδερφή, το να σταθεί στα δυο πόδια και να φερθεί σαν άνθρωπος. Να στηθεί στα τέσσερα, πάλι, δεν το ‘χει και σε τίποτα. Πέντε – έξι βήματα πίσω στην Εξέλιξη είναι αλλά αυτό θα το συζητήσουμε αλλού. Τότε, λοιπόν, το γνωστό σουξέ «αντιλαλούν οι ρεματιές, αντιλαλούνε τα βουνά» επαναλαμβάνεται αλλά για άλλο λόγο από ‘κείνον που γράφτηκε.
Βέβαια, το καλό είναι πως μπορείς εύκολα να τις γελάσεις τις λούγκρες της επαρχίας, μιας και είναι κουτοπόνηρες και έχουν το κόμπλεξ του «ό,τι είναι από την πρωτεύουσα είναι και καλό», πχ «εδώ δεν έχουμε καλά καταστήματα, θα ανέβουμε Αθήνα που είναι τα καλά». Μπορείς, λοιπόν, να της πεις της αδερφής ότι και καλά είσαι αθηναίος και τότε θα ξεπεράσει το φόβο της μη και την πάρουν χαμπάρι ότι είναι πουστάρα, θα σου δείξει και φωτογραφίες και ό,τι άλλο θέλεις και πρόθυμη σαν καλοπληρωμένη πουτάνα θα σε ακολουθήσει στου χωριού την εμπασιά για να κάνεις την «εμπασιά» σου στον κώλο της.

Advertisements

About profusion

a man of respect, a man of honour.

One response »

  1. Ο/Η Anilikos λέει:

    Πάλι καλά που δεν σταμάτησες να γράφεις αγόρι… Έχω χτυπηθεί κάτω απ’ το γέλιο. Και το χρειαζόμουν σήμερα.!

    Πολλοί οι τύποι «45 μάστοροι κι 60 μαθητάδες, στο δρόμο να με πέρνανε να κάνω τεμενάδες». Νομίζω ότι δεν σκέφτονται ακριβώς αυτά τα 2 σημεία που έγραψες και που νομίζω είναι μια άκρως ρεαλιστική σκέψη γι’αυτόν που θέλει μεν να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν τον αφήνει.

    Όσο δε για το «Η Αθήνα έχει τον Τσίπρα τον καλό», είναι άποψη που κυριαρχεί, πας μη Αθηναίος, χάπατο. Είναι που αποπνέει ο «Αθηναίος» και γενικά αυτός που προέρχεται από μεγάλη πόλη, τον αέρα του «περπατώ περπατώ εις το sodade και κανείς δεν δίνει €cent.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s