Είχανε, λέει, πάει σε μια πόλη χωρίς να ξέρουν το γιατί ούτε και το όνομά της. Για την ακρίβεια βρέθηκαν ουρανοκατέβατοι εκεί, χωρίς να θυμούνται το πως έφτασαν αλλά και χωρίς να τους νοιάζει. Ήταν ένας νεαρός μαζί του που προτιμούσε συνέχεια να κάθεται δεξιά του και ένα κορίτσι που προτιμούσε να είναι συνεχώς στα αριστερά. Παράξενο κορίτσι, όμως. Θυμάται ότι τα μαλλιά της ήταν συνεχώς ατημέλητα κι αχτένιστα, σαν αγοριού και ήταν πολύ με αγόρι που το κορίτσι εκείνο έμοιαζε, χωρίς να είναι.
Μαζί οι τρεις τους περπατούσαν στα δρομάκια της πόλης εκείνης που θάλασσα είχε δίπλα της στη μια μεριά και κατάφυτα βουνά στην άλλη, με χωριουδάκια να προβάλλουν το λευκό τους χρώμα μέσα από τη βλάστηση. Δεν ήξεραν που βρίσκονταν, υπέθεταν όμως σε νησί. Ωραίο νησί. Περπατώντας έφτασαν κάπου πιο ψηλά και είδαν έναν ξύλινο οδοδείκτη. Οι δεξιές αποστάσεις ήταν μικρές, εύκολα μπορούσαν να πάνε με τα πόδια, έστω και αν ο δρόμος ήταν κακοτράχαλος, ενώ οι αριστερές τεράστιες με τις γιγάντιες λεωφόρους τους. Πήγαν δεξιά, γιατί τα δεξιά μονοπάτια ανέβαιναν στην οροσειρά που τους άρεσε και γιατί είχαν μια παράλογη σχεδόν αίσθηση πως δεξιά βρισκόταν εκείνη-ποιά ήταν όμως και τι ήθελε, κανείς από τους τρεις δεν ήξερε να πει. Ακολούθησαν την καρδιά τους και την παρόρμηση και περπάτησαν δεξιά και είδαν ότι το μονοπάτι στο τέλος του θα έφτανε σε ένα βουνό τεράστιο, σαν πέτρινο τείχος φτιαγμένο από γίγαντες. Ήταν γυμνό το βουνό εκείνο στα ψηλότερα σημεία του και έλεγες πως εκεί ζούσαν οι Θεοί και ο νεαρός που στεκόταν στη μέση πολύ ήθελε να ανέβει αλλά οι άλλοι δυο, που θα τους λέμε το κορίτσι και το αγόρι, τον συγκράτησαν και για να τον παρηγορήσουν του έδειξαν ένα παλιό, ερημωμένο κτίριο. Εκεί του είπαν ήταν το κυβερνείο της και από παλιά μέσα από εκεί διοικούσε το νησί ολόκληρο αλλά τώρα, πίσω από αυτό, της έχτιζαν ένα νέο, μεγαλύτερο και ωραιότερο και του το έδειξαν και χάρηκε που το είδε, γιατί της ταίριαζε. Κίτρινο ήταν με πράσινες πόρτες και παράθυρα, παραδοσιακό με μοντέρνες πινελιές και ήταν στο ψηλότερο σημείο ενός οικισμού στα μέσα του βουνού, που ήταν πνιγμένος στο πράσινο και στα λουλούδια κι έβλεπες στο βάθος τη θάλασσα από το δεξί μέρος.
Χάζεψαν αρκετή ώρα το τοπίο εκείνο το υπέροχο με τον γκρι – γαλάζιο ουρανό, ώσπου ένιωσαν κι οι τρεις μαζί μια ταραχή, μια δόνηση και γέμισαν αναστάτωση. Έτρεχαν προς το μέρος από όπου ένιωθαν τη δόνηση εκείνη και όσο περνούσε η ώρα τόσο μεγάλωναν. Κι ο νεαρός έγινε άντρας και το κορίτσι γυναίκα και το αγόρι άντρας ώριμος. Έφτασαν κάπου, σε μια πόλη, χτισμένη σε έναν τεράστιο βράχο πάνω από τη θάλασσα. Και ήταν πνιγμένη η πόλη εκείνη από κύμα που είχε σηκωθεί και οι δρόμοι της είχαν γίνει ρυάκια και όλοι οι κάτοικοί της ανήσυχοι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά. Κι ο άντρας με τη γυναίκα και τον ώριμο άντρα κοίταζαν την καταστροφή και κουνούσαν το κεφάλι. Τότε ο άντρας έδωσε οδηγία και μαζί με τους άλλους δύο μπήκαν σε ένα κτίριο σχεδόν τιτανικό, που είχε εκατομμύρια φοριαμούς γεμάτους βιβλία κάθε είδους. Έριξαν κάθε τόμο και κάθε περιοδικό στο νερό που έβρεχε τα πόδια τους και, ω του θαύματος, το χαρτί απορρόφησε το νερό, πρόχειρα φράγματα στήθηκαν και οι δρόμοι στέγνωσαν ξανά. Και πολύ χάρηκαν οι κάτοικοι με εκείνους τους τρεις και έκαναν κύκλο γύρω τους ζητωκραυγάζοντας.
Συμβούλιο στήθηκε στο βράχο εκείνο, με καρέκλες που μάζεψαν από παντού. Έπρεπε να αποφασίσουν τι να κάνουν και οι τρεις φίλοι από σεβασμό δεν θέλησαν να καθίσουν μαζί με τους κατοίκους της πόλης εκείνης, γιατί οι τρεις τους ήταν ξένοι και αν κάθονταν όρθιοι νόμιζαν πως θα έδειχναν σεβασμό. Και οι κάτοικοι το εκτίμησαν αν και το θεωρούσαν περιττό αλλά εξαιτίας αυτού τους αγάπησαν περισσότερο τους τρεις. Κι ενώ το συμβούλιο βρισκόταν σε εξέλιξη, ο γηραιός κύριος Γιάννης, ένας καθ’ όλα ήσυχος άνθρωπος με άσπρα μαλλιά και φαλάκρα στη μέση, που καθόταν στην άκρη του γκρεμού στη  μπροστινή σειρά με τις καρέκλες, γύρισε προς το γκρεμό και φώναξε: «Αυτός είναι!» δείχνοντας προς τη θάλασσα. Ο άντρας κοίταξε και είδε νησιά χιλιάδες μέσα στην κρυστάλλινη εκείνη θάλασσα, τοπίο εξωκοσμικό που έκοβε την ανάσα. Αλλά είδε επίσης και μια βάρκα σαν πλοίο μεγάλη και μέσα της έναν άλλο άντρα, ντυμένο στα μπλε, με μαύρα κορακίσια μαλλιά που προσπαθούσε να βγει στη στεριά. Και ήξερε ότι εκείνος ευθυνόταν για την καταστροφή και πως έβγαινε στη στεριά για να απολαύσει το θρίαμβό του και για να σκορπίσει και άλλο κακό. Οι πολίτες ήταν οργισμένοι. Ο νεαρός άντρας κοίταξε τους δυο φίλους του αλλά ήταν ανέκφραστοι, χωρίς να λένε ούτε ναι ούτε όχι, μόνο θα δέχονταν την απόφασή του. Με ένα νεύμα του κεφαλιού του έδειξε στους κατοίκους πως συμφωνεί και χιλιάδες με αλαλαγμούς ρίχτηκαν στην παραλία που μόλις έβγαινε εκείνος με τα μπλε. Και οι φωνές τους υψώνονταν στον ουρανό, τραγούδι μάχης και οι δυο φίλοι του, ο ώριμος άντρας και η γυναίκα, χαμογέλασαν διότι συμφωνούσαν με την απόφασή του.
Και το πλήθος γύρισε πίσω θριαμβευτής, ψάλλοντας ύμνο που ποτέ δεν γράφτηκε από άνθρωπο. Είχε αποδοθεί δικαιοσύνη.

Advertisements

About profusion

a man of respect, a man of honour.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s