Όπως όλοι οι «συνετοί» άνθρωποι, στα τρίσβαθα του ψυχισμού μας έχουμε κάτι μεγάλα αμπάρια, ανήλιαγα και υγρά, κρυμμένα από τα μάτια του κόσμου. Κάθε τόσο, στα γλιστερά σκαλοπάτια που οδηγούν στα τρομερά εκείνα υπόγεια κατεβαίνουμε με βαριά βήματα, κρατώντας πίσω μας αλυσοδεμένο και από ένα ζώο που στην ουσία είναι ένα πάθος μας.
Μερικά ζώα είναι όντως άγρια και φοβερά και ματώνουν τα χέρια μας από τις αλυσίδες που προσπαθούν να το συγκρατήσουν ενώ κάποια άλλα ζώα δεν είναι και τόσο άγρια που θα δικαιολογούσαν τις αλυσίδες. Φαίνεται πως, ενώ από τη φύση τους δεν είναι επιθετικά, εμείς για κάποιο λόγο τα φοβόμαστε και τα κατεβάζουμε στα μπουντρούμια που τους τοίχους τους φτιάξαμε τόσο ισχυρούς ώστε τίποτα να μη μπορεί να βγεί έξω έτσι και μπει και μαζί με τα άργια ζώα ρίχνουμε στα Τάρταρα και τα ήμερα που μοιραία θα αγριέψουν κι αυτά από την απομόνωση και τη στέρηση. Και τότε όλα μαζί, αφηνιασμένα, θα χτυπάνε με λύσσα πάνω στις ατσάλινες πόρτες προσπαθώντας να τις σπάσουν. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένα από τα χτυπήματα, θα ξαπλώσουν λαχανιασμένα και θα γρυλίζουν αλλά τα σκαλοπάτια είναι πολλά και οι φωνές τους δεν θα φτάσουν μέχρι πάνω. Που και που, όταν ξεκουράζονται, θα συνεχίζουν τα χτυπήματα μέχρι πάλι να κουραστούν και να σωριαστούν στο υγρό πάτωμα και ο κύκλος θα συνεχίζεται.
Αν όμως δεν φροντίσουμε να επισκευάζουμε τακτικά το μεντεσέ ή αν ξεφύγει από την προσοχή μας και η πόρτα δεν ασφαλίσει καλά, τότε τα θηρία εκείνα, άγρια από τη φύση τους ή εξαιτίας της στέρησης, θα βγουν έξω, θα ορμήσουν πάνω στα υγρά σκαλοπάτια και θα βγουν στην επιφάνεια με όλη τη δύναμη της τρομακτικής αγέλης κι εμείς, ως τυπικοί δεσμοφύλακες, ακούγοντας το ποδοβολητό και τα μουγκρητά τους θα πεταχτούμε πάνω και θα αρπάξουμε το όπλο μας.
Για μια στιγμή θα είμαστε αποφασισμένοι να δώσουμε τη μάχη και θα σφίξουμε γερά το όπλο επάνω μας έχοντας σταθερό το δάχτυλο στη σκανδάλη. Όσο όμως τα βήματά τους θα ακούγονται όλο και πιο κοντά, μια σκέψη θα περάσει από το μυαλό μας διστακτικά στην αρχή, γεμάτη αμφιβολία στη συνέχεια και ολόκληρη σιγουριά στο τέλος. Θα χαμηλώσουμε το όπλο και θα ανοίξουμε την πόρτα διάπλατα ώστε να ορμήσει έξω η αγέλη και να παρασύρει τα πάντα στο διάβα της. Και όσο εμείς θα βλέπουμε την καταστροφική εκείνη μανία να ξεσπά, άγρια χαρά θα ξυπνήσει μέσα μας και θα καμαρώνουμε που όλα γύρω μας θα γίνονται στάχτη.
Κι όταν το βράδυ τα ζώα γυρίσουν πίσω στα κλουβιά τους, μιας και ο εγκλεισμός τους δεν μπορεί να αναιρεθεί, θα μαζεύουμε τα σπασμένα σε σωρούς με κούραση και ικανοποίηση μαζί και ίσως μας περάσει από το μυαλό που και που να αφήνουμε επίτηδες την πόρτα μισάνοιχτη…

Advertisements

About profusion

a man of respect, a man of honour.

3 responses »

  1. Ο/Η alma_de_silencio λέει:

    Εξαρτάται πόσο σου αρέσει να μαζεύεις τα σπασμένα και να θερίζεις τις θύελλες. Αυτες οι πόρτες πρέπει να είναι πάντα κλειδωμένες έστω και αν η ασφάλεια που σου προσφέρουν είναι ψεύτικη…Γνώμη μου ετσι;

  2. Ο/Η taburito λέει:

    απλώς κάπου κάπου πρεπει να βγάζουμε και μια βόλτα το θηρείο μέχρι να το εξημερώσουμε κι απ τη τίγρη να έχουμε ένα οικόσητο γατάκι. είναι καλή παρεα τα ελεγχόμενα απο εμας ένστικτα μας προσεχουν πιστοι φύλακες

  3. Ο/Η profusion λέει:

    Από τις συμβουλές που θα μπορούσαν να αποτελούν κείμενα ολόκληρα από μόνες τους. Ναι, μου άρεσε το σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s