Η γνωστή παρέα, εκείνη που έκανε τους κάπως σουρεάλ διαλόγους, επέστρεψε στα καθήκοντά της…
Φίλη. Θέλω να σας εξομολογηθώ μια αμαρτία μου. Μου αρέσουν οι μιγάδες.
Φίλος. Όταν λες μιγάδες εννοείς…;
Εγώ. Εκείνους που δεν είναι ούτε μαύροι ούτε άσπροι. Τους γκρι λέει.
Φίλος. Υπάρχει και γκρι φυλή;
Εγώ. Ναι, όπως επίσης υπάρχει και η ανθρακί και η σουρί που μου αρέσει εμένα γιατί πάει με το γραφείο μου.
Φίλη. Έλα, ξεφύγαμε πάλι, για μένα μιλάμε. Θέλω μιγάδα.
Εγώ. Σε τι απόχρωση τον θες ακριβώς; Πάρτον σε καφέ ω λαί, να πηγαίνει και με τις γόβες σου.
Φίλος. Πάντως λένε ότι οι αράπηδες την έχουν πολύ μεγάλη.
Εγώ. Τώρα, τι σχέση έχουν οι αράπηδες με την κουβέντα;
Φίλος. Ε, αν την έχουν οι αράπηδες huge, οι μιγάδες να μην την έχουν το ίδιο; Κι αυτοί σε μαύρο φέρνουν αν και σε πιο ανοιχτό.
Φίλη. Αφήστε τις βλακείες τώρα και πείτε μου τι να κάνω, που να βρω έναν μιγάδα.
Εγώ. Πάντως εδωμέσα που δουλεύουμε δεν έχεις ελπίδα.
Φίλη. Και που να πάω να δουλέψω, δηλαδή;
Εγώ. Γιατί δεν λες στον Δ. να σε πάρει στο ξενοδοχείο του;
Φίλος. Και τι να κάνει καλέ εκεί;
Εγώ. Τη ρεσεψιονίστ φυσικά, τι άλλο;
Φίλη. Άντε καλέ, σιγά μην πάω εγώ σε εκείνον το γαμηστρώνα.
Εγώ. Μα, γιατί; Εύκολη δουλειά είναι…θα είσαι με το ταγιέρ, θα χαμογελάς, θα τους λες «welcome» και θα τους δίνεις το κλειδί, σιγά το δύσκολο.
Φίλη. Δεν άκουσες τι είπα πριν; Είναι γαμηστρώνας εκεί μέσα.
Εγώ. Ε, σιγά, το πολύ πολύ να σε παίρνουν τηλέφωνο να τους ανεβάζεις και καμια καπότα, δεν χάθηκε ο κόσμος. Αν δεν θέλεις να κουράζεσαι, μπορείς να τους τις δίνεις μαζί με το κλειδί ή θα βάλουμε ένα μηχάνημα από εκείνα με τα κέρματα. Το πολύ να σου ζητάνε να τους χαλάσεις τα χοντρά, λοιπόν, για να ρίξουν στο μηχάνημα.
Φίλος. Καλέ, θα την πούνε τσατσά έτσι και πάει εκεί!
Εγώ. Σιγά μωρέ μην την πουν τσατσά. Θα της πάρουμε κι ένα καλάμι με μια πρόκα στην άκρη, για να μαζεύει τις καπότες από το γκαζόν, όταν θα τις πετάνε από το παράθυρο. Δηλαδή οι καθαρίστριες που μαζεύουν τις σερβιέτες της καθεμιανής, καλύτερες είναι;
Φίλη. Και δε μου λες, θα βρω μιγάδα εκεί;
Εγώ. Στάνταρ σου λέω! Άσε που η καλύτερή σου είναι που θα κατεβαίνεις στο λιμάνι και θα φωνάζεις πως ήρθε ο στόλος! Όλο και κάποιο μιγάδα θα πετύχεις.
Φίλος. Ο Μιχάλης και οι ιδέες του! Μην πας, θα σε πούνε πουτάνα, στο λέω!
Φίλη. Σιγά μην πήγαινα. Να σας ρωτήσω, όμως…είναι αλήθεια ότι οι μιγάδες μυρίζουν;
Εγώ. Γιατί μωρή να μυρίζουν οι άνθρωποι;
Φίλη. Λένε ότι μυρίζουν επειδή δεν έχουν βαπτιστεί.
Εγώ. Ναι, καλά. Βρες τον εσύ και θα τον κάνουμε μπάνιο άμα μυρίζει.
Φίλη. Εσύ που κυκλοφορείς όλη την ώρα στην Αθήνα, που είσαι μέσα στον Ηλεκτρικό και στον Προαστειακό, δεν έχεις βρει κάτι;
Εγώ. Πρώτον εγώ δεν πηγαίνω με τον Ηλεκτρικό σαν την κάθε κυράτσα. Ταξί παίρνω. Και δεύτερον, άμα τον έβρισκα, σε σένα θα τον έδινα;
Φίλη. Τίποτα φίλους δεν έχεις; Εσύ έχεις μεγάλο κύκλο.
Εγώ. Όχι, σε μιγάδα δεν έχω. Ξαναρώτα με όμως σε 15 ημέρες, που θα έχω κάτι καινούριες παραλαβές.
Φίλος. Παρατηρήσατε χθες τίποτα περίεργες κινήσεις;
Φίλη. Τι εννοείς;
Φίλος. Έχω την εντύπωση ότι χτες οι ορμόνες ολονών εδώ μέσα είχαν χτυπήσει κόκκινο. Τους έβλεπα όλους στο πάρκινγκ, στην αυλή, στον κήπο, ανά δυάδες να σιγομουρμουρίζουν. Σίγουρα κάτι σεξουαλικό παιζόταν. Να δείτε που χθες το βράδυ θα έγινε του καραξεσκίσματος πάλι.
Εγώ. Συγγνώμη, αυτό πια δεν είναι επιχείρηση: τα 120 ενωμένα μπουρδέλα είναι.
Φίλη. Πάντως, αν το έχετε προσέξει, στα δικά μας γραφεία δεν πατάει και τόσος πολύς κόσμος όμως…
Εγώ. Είναι λογικό. Εμείς είμαστε στο δεύτερο. Έρχονται οι άνθρωποι, τους παραλαμβάνουν οι άλλες οι ψωλοπροσκυνήστρες του ισογείου, τους καραπηδάνε και μετά δεν μπορούν να πάρουν τα πόδια τους και να ανέβουν ως εδώ πάνω.
Φίλη. Ε, τώρα γίνεσαι υπερβολικός. Δεν είναι όλες έτσι.
Φίλος. Τι δεν είναι όλες έτσι, καλέ; Αυτές τον παίρνουν μαλλί και τον βγάζουν πουλόβερ.
Εγώ. Ζούμε σε προχωρημένο κράτος, όμως. Παντού στο εξωτερικό σε πληρώνουν για να κάνεις τη δουλειά σου. Εδώ δεν δουλεύουν, οπότε είναι σαν να τους πληρώνει τα γαμίσια τους.
Φίλη. Εγώ δεν το πιστεύω ότι όλες κάνουν αυτή τη δουλειά στο ισόγειο.
Εγώ. Τι δεν το πιστεύεις μαρή; Εδώ η «τουλούμπα» πέφτει σύννεφο σου λέει ο άνθρωπος. Πάλι καλά που έκοψαν τα δέντρα στον κήπο, δεν προλάβαιναν οι καθαρίστριες να μαζέψουν τις καπότες. Το κακό βέβαια είναι ότι τον έκαναν καινούρια πτέρυγα τον κήπο και κάθε βράδυ σου λέει γίνεται χαμός στο γιαπί. Ορθάδικο το έχουν κάνει, γιατί όλες το απολαμβάνουν στο όρθιο.
Φίλος. Ένα βράδυ δεν σχόλαγε η Παναγιώτα και περνώντας κάτω από το γιαπί, σαν να δροσίστηκε οτ μάγουλό της και είπε «μπα, ψιχαλίζει;» Κανείς δεν τόλμησε να της πει την αλήθεια.
Φίλη. Ε, είσαι σιχαμένος. Αλλά με τούτον εδώ που έμπλεξες, τι περιμένεις;
Εγώ. Ναι, μόνο που εγώ δεν λύσσαξα να βρω μιγάδα, όπως εσύ καλή μου…
Φίλος. Δε μου λέτε, θα ξαναπάμε βόλτα με το αμάξι τη νύχτα;
Εγώ. Φυσικά. Οι αναγνώστες μου αδημονούν, άλλωστε…

Advertisements

About profusion

a man of respect, a man of honour.

2 responses »

  1. Ο/Η mr.f λέει:

    Καλό.. 🙂 ενδιαφέρον τίτλος. Φανταστικός διαλόγος υποθέτω.

  2. Ο/Η profusion λέει:

    Αληθινότατος διάλογος… 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s