Νωρίς το βράδυ της Τρίτης ένας νεαρός άντρας, ο profusion, έκανε περίπατο στο κέντρο της Αθήνας. Κανονικά βαριέται τον πολύ κόσμο και θεωρεί χάσιμο χρόνου το να χαζεύει στις βιτρίνες αλλά εκείνη τη στιγμή αυτό ήθελε και αυτό έκανε. Δεν ήταν και τόσο άσχημο τελικά να ανακατευτεί με τον κόσμο και να κάνει ό,τι κάνουν όλοι, απλά είχε ξεσυνηθίσει. Προσπάθησε να μη σκέφτεται τίποτα, να αδειάσει το μυαλό του και να το αφήσει να δεχτεί την κάθε σκέψη χωρίς να την επεξεργαστεί – ένα πείραμα που είχε περίπου καταστροφικά αποτελέσματα καθώς η ανθρώπινη φύση είναι τόσο μα τόσο επιρρεπής, όπως θα δείτε στη διήγηση του πειρασμού, αμέσως παρακάτω.
Είχε πολύ καιρό να περπατήσει μέσα στο πλήθος και λες και για πρώτη φορά παρατηρούσε πως γύρω του κυκλοφορούσε όμορφος κόσμος. Κόσμος που δυνητικά ήταν fuckable, lickable, suckable και όλα τα εις -able. Και πως να μην ήταν, άλλωστε, στο μυαλό ενός θεωρητικού λιγούρη; Και λέμε “θεωρητικός” γιατί στην πράξη ήταν που τα χάλαγε, ως συνήθως, αφού του αρκούσε να φτιάξει σενάρια στο μυαλό του για να νιώσει ηδονή, χωρίς απαραίτητα να τα πραγματοποιήσει κιόλας.
Εκείνη τη στιγμή, ανηφορίζοντας λίγο μετά την Καπνικαρέα, είδε δυο μπατσάκια, μαθητευόμενα προφανώς να προπορεύονται, έχοντας στο ένα πλευρό το όπλο και στο άλλο το κλομπ. Μίκρυνε η κόρη του οφθαλμού του καθώς σκέφτηκε να πάει και να τα χιλιοπαρακαλέσει, να πέσει στα πόδια τους να τον αφήσουν να χαϊδέψει τα κλομπ τους αργά και βασανιστικά. Να επικαλεστεί τα πιο φιλάνθρωπα αισθήματά τους να του περάσουν χειροπέδες, να τον κάνουν μαύρο στο ξύλο και τα δύο μαζί και στο τέλος να τον σημαδέψουν με τα … όπλα τους. Αλλά σαν ομίχλη έφυγε ο πειρασμός απ’ τα μάτια του και παρατήρησε πως, χωρίς να το καλοκαταλάβει είχε ταχύνει το βήμα του και ήδη τα είχε προσπεράσει. Αναστέναξε ανακουφισμένος. Ένα απλό όνειρο ήταν, δεν είχε υποκύψει. Στρίβοντας στη γωνία αρκετά χαρούμενος που όλα ήταν στο μυαλό του, έπεσε πάνω σε έναν που έψηνε κάστανα. Ανήμπορος να προβάλει αντίσταση, έπιασε τον εαυτό του να κάθεται πάνω στο μαγκάλι. Ανυπόφορη ζέστη, κάψιμο κανονικό απλώθηκε στο κορμί του αλλά του άρεσε. Και όσο ο κώλος του γινόταν κοτλέ από την πυρακτωμένη σχάρα, εκείνος σήκωσε το μπλουζάκι του, πήρε μερικά καυτά κάστανα κι άρχισε να τα ακουμπάει στο στήθος του απολαμβάνοντας την οσμή της σάρκας που κοκκίνιζε από τη ζέστη, ενώ ο καστανάς δεν πίστευε στην τύχη του να γίνει μάρτυρας ενός θεάματος τόσο ηδονικού, σχεδόν βλάσφημου. Και πάλι όμως σαν καπνός χάθηκε το όραμα από μπροστά του και ιδρωμένος και ταραγμένος κοίταξε τον καστανά που γύριζε τα κάστανα στη σχάρα. Ανόητη ανθρώπινη φύση!
Έφυγε κι από εκεί αρκετά ταραγμένος, σκόνταψε σε ένα πλακάκι αλλά κράτησε την ισορροπία του. Μια μαμά αγόραζε ένα κουλούρι για το μικρό της παιδί, από έναν πάγκο που πάνω του είχε κουλούρια, ζαχαρωτά, ντόνατς και χίλια δυο άλλα. Πήρε μερικά από αυτά στα χέρια του και άρχισε να τα αλοίφει επάνω του…σοκολάτες γέμισαν το κορμί του που από τη ζέστη του άρχισαν να λιώνουν και να σχηματίζουν γλυκά αυλάκια πάνω του. Κάποιοι αλλοδαποί, Ρώσοι προφανώς, που περνούσαν χασκογελώντας με ένα μπουκάλι βότκα στο χέρι, τα έχασαν μόλις τον είδαν να αρπάζει το μπουκάλι από τα χέρια τους, να πίνει μερικές γουλιές και να χύνει το υπόλοιπο πάνω στη σοκολάτα του κορμιού του. Κάτι ρωτούσαν ο ένας τον άλλο στη γλώσσα τους. Τα Ρωσικά ήταν το απόλυτο φετίχ του και, χωρίς να ξέρει τι λένε ή να τον νοιάζει, απαντούσε “ντα…ντα” με μια έκφραση προσμονής, αποδοχής, υποταγής, επιβεβαίωσης… Σύντομα έφτασαν και οι αστυνομικοί που δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Ο πιο ωραίος από αυτούς τον ακούμπησε με την άκρη του κλομπ του, λες και νόμιζε πως ήταν σε όνειρο. Κι εκεί που όλοι περίμεναν πως θα τον συλλάβουν, ο μπάτσος έβαλε το κλομπ στο στόμα του συναδέλφου του κι εκείνος έγλυψε με λαγνεία το συνδυασμό σοκολάτας, ζάχαρης και βότκας. Την ίδια στιγμή ήρθε και ο καστανάς για να δει τι συμβαίνει και, λες και κάποια αόρατη και ακατανίκητη δύναμη να τον είχε κυριεύσει, βούτηξε ένα καυτό κάστανο πάνω στην κρέμα του κορμιού του και μες στην περιποίηση το έδωσε να το φάει ένας Ρώσος.
Η μητέρα πήρε το παιδί της κι έφυγε έντρομη όσο ο profusion, σαν στοιχειακό της ζάχαρης, καθισμένος πάνω στο καρότσι με τα γλυκά, βούταγε κομμάτια ντόνατ στην κρέμα, κουλουράκια στη σοκολάτα, τη ζάχαρη και τη βότκα και τάιζε στο στόμα όλους τους παριστάμενους. Σε μερικούς πλησίαζε το γλύκισμα στο στόμα, εκείνοι περίμεναν να το φάνε αλλά την τελευταία στιγμή το έπαιρνε από το στόμα τους και το δάγκωνε εκείνος…κι όταν αυτοί εξαγριωμένοι πλησίαζαν να του το πάρουν από τα χέρια, εκείνος με μια κίνηση του ποδιού του τους κλώτσαγε μακριά, μόνο και μόνο για να τους καλέσει ξανά κοντά του και να τους ταϊσει…
Ξαφνικά άρχισε να κρυώνει. Ευθύς όλα διαλύθηκαν ξανά από τα μάτια του. Η μητέρα έδωσε το κουλούρι στο παιδί και συνέχισαν τη βόλτα τους, οι ρώσοι συνέχισαν να χασκογελάνε πίνοντας βότκα, οι αστυνομικοί συνάντησαν τον ανώτερό τους και ο καστανάς έδωσε ρέστα σε ένα ζευγάρι που μόλις είχαν αγοράσει ένα σακουλάκι. Και ο profusion, τυλίγοντας γύρω του σφιχτά το σακάκι του, αναστέναξε ξανά με ανακούφιση που όλα ήταν μια ηλίθια κι ανόητη ιστορία του μυαλού του, που τον έκανε να χαμογελάσει καθώς κατέβαινε στο Μετρό για να γυρίσει στο Μαρούσι…
5 σχόλια
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο

I love your kinkiness..
Sticky and sweet kinky, isn’t it?
we want more! we want more!
Εεε βρε Ethan…χαρακτηριστικο του kinky, για μενα, ειναι η αργη κ βασανιστικη δοση…μη βιαζεσαι, λοιπον και δεν θα το μετανιωσεις
wraia