Δύσκολη η νύχτα απόψε. Δουλειά, δουλειά και δουλειά, αδύνατο να κλείσει το μάτι και το σώμα να ξεκουραστεί. Ήταν ένας σάκκος γεμάτος κρέας και κουρασμένα κόκκαλα που κατέφτασε στο μπουγατσοπωλείο που σας έλεγα τις προάλλες αλλά αυτή τη φορά απλά για να πιεί καφέ να ανοίξει το μάτι του και όχι για να πάρει μάτι που έτσι κι αλλιώς είχε τόση τσίμπλα πάνω του που δεν μπορούσε και δεν ήθελε να δει κανένα τεκνό. Έβαλε όμως ο διαβολάκος την ουρά του πάλι και τη βάζει πάντοτε όταν δεν έχω καμία μα καμία όρεξη. Εκεί που καθόμου, λοιπόν, έπινα το διπλό μου εσπρέσσο και κάπνιζα σαν ναρκωμανής σε στερητικό το τσιγάρο μου, άνοιξαν οι ουρανοί και άγγελοι όλων των ταγμάτων έπεσαν μπροστά στα μάτια μου.
Πρώτος από όλους ήρθε ένας νταλικιέρης. Τριαντακάτι, λεπτός παντού αλλά με ελαφρώς προεξέχουσα μπυροκοιλιά, το καλύτερό μου δηλαδή, με το σκυλάδικο τέρμα στη διαπασών αλλά στα δικά μου αυτιά να ακούγεται σαν κλασική μουσική στα καλύτερά της, πάρκαρε τη νταλίκα την παραφορτωμένη με κρέατα και κολάστηκα, όχι επειδή ήταν νταλίκα αλλά επειδή είχε και ρυμουλκούμενη από πίσω και, όπως και να το κάνουμε, αυτό συμβολικά παραπέμπει σε άντρα με μακρύ “όχημα”. Παρήγγειλε διπλό ελληνικό βαρύ γλυκό κι εκεί παραλίγο να μου ξεφύγει ένα “άουτς” διότι κακά τα ψέμματα, σπανίζει ο straight στις μέρες μας και όταν τον συναντάς τον θαυμάζεις.
Εκεί που αρχίζω να συνηθίζω το θέαμα, σκάει μύτη ένα άλλο αμάξι που έγραφε πάνω “πομώνες”. Με αποτελείωσε. Έσκασαν μύτη από μέσα τρεις στον αριθμό, ο ένας πιο αλλοδαπός από τον άλλο, με φόρμες εργασίας που, να ναι καλά η ράφτρα που τις έραψε, τις είχε κάνει τσίτα στον πισινό και πρόβαλλε γεμάτο εγωισμό και έπαρση το κωλαράκι. Πήραν τις φραπεδιές τους και κάθισαν παραδίπλα, ενώ την ίδια εκείνη στιγμή ένα audi έκανε την εμφάνισή του και από μέσα του σκάει μύτη ένας που μάλλον μόλις γύριζε από μπουζούκια. Φτυστός ο Κόλιν Φάρελ, τζην παντελόνι, άσπρο μπλουζάκι που παραλίγο θα σκιζόταν στην περιοχή του στήθους – τόσο τούμπανο ήταν που σε προδιέθετε να μετατραπείς σε ζουλού και να βαράς τα τύμπανά του μες στο δάσος ουρλιάζοντας τόσο που θα φόβιζες τον ίδιο τον Ταρζάν. Φρέντο εσπρέσσο ήθελε εκείνος και μια μπουγατσούλα διότι είχε ψωμολυσσιάξει το μανάρι μου και το είχανε και κόψει τα ποτά. Ξοπίσω του λίγη ώρα αργότερα ήρθε ο ταρίφας της παρέας για το εσπρεσσάκι του κι έφερε μαζί του και τις μπουτάρες του που διαγράφονταν ευκρινώς στο στενό υφασμάτινο παντελόνι του. Νες πήρε κι έκατσε στο τραπεζάκι που βρήκε άδειο, δηλαδή δίπλα μου. Κι ενώ έχω αρχίσει να εκτιμώ αφάνταστα την εργατιά και να σκέφτομαι σοβαρά να ψηφίσω Παπαρήγα στις επόμενες εκλογές, ο διαβολάκος με αποτελείωσε, βγάζοντας έξω τους φουρνιάρηδες όλους μαζί για να κάνουν ένα τσιγάρο και να ξαποστάσουν.
Όσοι με γνωρίζουν προσωπικά ξέρουν πως δεν είμαι λιγούρης. Ελάχιστες φορές με πιάνει πραγματική λύσσα για ανδρογόνα και τεστοστερόνες αλλά όταν με πιάσουν γίνομαι σαν τον tasmanian devil. Προσπάθησα να συνέρθω κοιτάζοντας τον κάδο που βρισκόταν μπροστά μου. Ίνοξ ήταν και το είδωλό μου έδειχνε παραμορφωμένο πάνω του και σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ηρεμήσω, σκέφτηκα πως παραμορφωμένη ήταν και η λύσσα μου. Δεν είμαι εγώ έτσι και δεν θα γινόμουν έτσι σε καμία περίπτωση. Αλλά, λίγο η κούραση που με είχε καταβάλει, λίγο η ψωλοθύελλα που με είχε στη μέση, λίγο που έχω να κάνω σεξ από τότε που η Ντενίση ήταν ακόμη ζωντοχήρα και – το χειρότερο – λίγο που άρχισε να παίζει το gimme more σαν το διάολο κι αυτό, ήρθαν τα μάτια και μισοέκλεισαν και τότε το σόου ξεκίνησε.
Σηκώνομαι γεμάτος σιγουριά, πατάω άνω στη μπουτάρα του νεαρού υπαλλήλου που καθάριζε τη βιτρίνα του ψυγείου κι ανεβαίνω επάνω στο ψυγείο: “It’s Michael, bitch”, φωνάζω κι όλοι γυρίζουν και με κοιτάζουν. “I see you“, λέω στο μουσκουλά που πίνει νερό με τα αλευρωμένα χέρια του and “i just wanna dance with you” του λέω και το πλαστικό ποτήρι του πέφτει από τα χέρια καθώς βγάζω ένα πονηρό γελάκι. Από πάνω μου είναι κάτι μικρά φωτάκια, κόκκινου χρώματος. “Every time they turn the lights down”, λέω και τα σβήνω ένα ένα με χορευτικές, αργές κινήσεις, “just wanna go that extra mile for you” τραγουδώ και κοιτάζω τον ταρίφα στα μάτια που του ‘χει μείνει το τσιγάρο στο χέρι. “You got my display of affection” λέω στο νεαρό των μπουζουκιών που περιμένει τον καφέ του, καθώς του χαϊδεύω αργά, όλο στοργή το μισοαξύριστο μάγουλό του κι εκείνος μισοκλείνει τα μάτια γεμάτος πόρωση και πάθος ταυτόχρονα. “Feels like noone else in the room but you” τραγουδάω στο μουσκουλά κάνοντας βαθύ κάθισμα πάνω στο ψυγείο, καθώς έρχεται να με κατεβάσει, αλλά με το δάχτυλό μου διαγράφω τη μύτη του κι εκείνος κοντοστέκεται γεμάτος λαγνεία. “We can get down like there’s no one around” λέω γυρίζοντας απότομα προς το μέρος του αλλοδαπού που γελάει με ένα αστείο της παρέας του αλλά απότομα του κόβεται το γέλιο και του ανεβαίνει ο πόθος ίσαμε τη Ρουμανία όσο τον έχω καρφώσει με το μάτι του αετού, “we keep on rockin’” λέω στο νταλικιέρη που σβήνει αποφασισμένος το τσιγάρο και πλησιάζει το ψυγείο. Αδιαφορώ, του γυρίζω τον κώλο, “camera’s flashing while we ‘re dirty dancing” λέω ξανά στο μουσκουλά που πλέον δεν έχει μυαλό για μπουγάτσες και του αγκαλιάζω το λαιμό (κι εκεί έχει μυς πανάθεμά τον!) “they keep watchin’” του λέω δείχνοντάς του τους άλλους που μερικοί από αυτούς δαγκώνουν τα χείλη γεμάτοι προσμονή, “feels like tha crowd’s sayin’” συνεχίζω εγώ κι εκείνη τη στιγμή αρπάζω δυο μπαγκέτες με τόνο από τη χοντρή που τις κουβαλάει και χορεύω “gimme, gimme, gimme more”, χαϊδεύοντας τις μπαγκέτες πάνω μου, από το λαιμό έως τον αφαλό και λίγο πιο κάτω και στι τσακίρ κέφι χτυπιέμαι με αυτές, σαν να μαστιγώνομαι.
Χαμός στο μαγαζί και η τελευταία αντίσταση έχει καμφθεί, όλοι είναι όρθιοι πλέον και με περιστοιχίζουν γύρω από το ψυγείο προσπαθώντας να με πλησιάσουν. Όχι όμως, εγώ είμαι ο σταρ, εγώ είμαι το επίκεντρο της προσοχής και είμαι εγώ εκείνος που θα διαλέξω παρτενέρ αλλά όχι τόσο σύντομα όσο θα ήθελαν. Προτιμώ να συνεχίζω να χορεύω, να τους μαγεύω, να χαϊδεύω όποιον θέλω, να τον ταϊζω μπουγατσούλα και τυρόπιτα κουρού και να κάνω τα κόλπα μου με τις μπαγκέτες ενώ εκείνοι τρελένονται στο χορό και στο οφθαλμόλουτρο, καθώς και ο καλύτερος στρίπερ θα τα έβρισκε σκούρα μαζί μου.
“Τελειώσατε, μπορώ να μαζέψω;” ακούγεται μια γλυκιά φωνή. Γυρίζω με χαμόγελο και βλέπω τη χοντρή να μου χαμογελάει κι εκείνη. Οι άντρες είναι όλοι στα τραπέζια τους, ο νεαρός τρίβει το ψυγείο, οι μπουγάτσες και οι μπαγκέτες όλες στη θέση τους. “Ναι, καλή μου” λέω προσπαθώντας να κρύψω την απογοήτευσή μου για το όνειρο και το πόσο γρήγορα τελείωσε. “Καλή δουλειά” μου λέει η κοπελίτσα γεμάτη ευγένεια και την ευχαριστώ. “Άει συχτίρ κουράδα” λέω από μέσα μου καθώς ψάχνω τις τσέπες να βρω κλειδιά του αμαξιού.
5 σχόλια
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο

Καλά τώρα … Η χοντρή κοπελίτσα , τί σου έφταιγε ;… Επειδή σε … ξύπνησε ;
σε άλλους κι άλλους τα κάνεις! σε μας τίποτα! χρυσό σ’έχουμε κάνει!
Silia καλή μου, από όοοολον αυτό το χαμό, εσείς κολλήσατε στο ότι είπα κουράδα την άλλη από μέσα μου;
Ζαβαρακατρανέμια και που να δείτε πως έχω τελειοποιήσει την απόδοση του candy shop. Θα πάθετε!
καλά τέλειο
Και που να το έβλεπες και ζωντανά δηλαδή. Θα ξέχναγες τη συναυλία της Μαντόνα ευθύς αμέσως…