Περπατούσα για χρόνια στο δρόμο που από παλιά με άφησαν να περπατάω. Ήμουν μωρό παιδί τότε και με άφησαν κάτω στην άσφαλτο και ήταν εκεί που στην αρχή μπουσούλαγα και ήμουν ένα πολύ αστείο θέαμα, όχι περισσότερο όμως από τότε που προσπαθούσα να κάνω τα πρώτα μου βήματα και σε κάθε παραπάτημα έπεφτα φαρδύς – πλατύς και γελούσαν οι άλλοι και γελούσα κι εγώ.
Σε δύο πράγματα είχα το νου μου τότε, στο να μάθω να περπατάω και στο να κοιτάζω γύρω μου το δρόμο και να μαθαίνω όσα πιο πολλά μπορούσα και ήταν πολλά εκείνα που είδα στο δρόμο και πολλά τα μαθήματα που πήρα όταν άρχισα πλέον να μπορώ να στηρίζομαι στα πόδια μου. Περπάτησα στην άκρη του δρόμου προσέχοντας τα αυτοκίνητα που περνούσαν κι έμαθα να διασχίζω το δρόμο με ασφάλεια αν και μερικές φορές στην αρχή με χτύπησαν και δεν ήταν λίγες οι φορές που με έριξαν κάτω. Σκούπισα όμως τα λερωμένα, σκονισμένα ρούχα μου, περιποιήθηκα τις εκδορές στα γόνατα και στα πλευρά μου και συνέχισα να περπατάω. Γιατί ήταν μακρύς ο δρόμος και έπρεπε να φτάσω στο τέλος του.
Χάζεψα πολλές φορές στα καταστήματά του και μπήκα σε μερικά από αυτά. Σε άλλα αγόρασα και από άλλα έφυγα αδιάφορος, παρά τις λαμπερές τους βιτρίνες. Δεν ήταν λίγα εκείνα που με κορόιδεψαν και μου πήραν τα λεφτά πουλώντας μου ανοησίες και το κατάλαβα μετά, περπατώντας στο δρόμο, όταν άνοιξα τις σακούλες στο φως και είδα πως εκείνο που στο κατάστημα μου είχε φανεί για θησαυρός, στο φως των λαμπτήρων του δρόμου φάνηκε ότι ήταν ανοησία, ένα παιχνίδι των σκιών και του φωτός. Και ήταν στους κάδους απορριμμάτων του ίδιου δρόμου που έριξα όλα τα άχρηστα και συνέχισα να περπατάω αποφεύγοντας πλέον καταστήματα και αυτοκίνητα και φώτα και όταν έβλεπα άνθρωπο άλλαζα πεζοδρόμιο γιατί ήθελα η βόλτα μου να είναι μοναχική, όπως ξεκίνησε τότε.
Μα με προσέγγισαν και άλλοι άνθρωποι που ήθελαν κι αυτοί να περπατήσουν και όσο κι αν δίσταζα στην αρχή, περπάτησα μαζί τους και ήταν ωραία να περπατάς μαζί με άλλους, όμως όταν εμφανιζόταν στροφή έφευγαν, ακολουθώντας άλλους παράδρομους για να φτάσουν στον προορισμό τους και τότε θλίψη γεννήθηκε μέσα μου πολλές φορές γιατί ο δρόμος έμοιαζε τότε πολύ πιο ερημικός και για μεγάλα διαστήματα ούτε αμάξι δεν περνούσε να σκίσει με το θόρυβό του την ησυχία.
Όταν είδα για πρώτη φορά τα φανάρια στο δρόμο, γέμισα απορίες και στην αρχή δεν ήξερα πως με το κόκκινο σταματάμε και με το πράσινο περνάμε και για αρκετό καιρό καθόμουν και κοίταζα το πράσινο ενώ τα αμάξια γύρω μου έτρεχαν δαιμονισμένα να περάσουν. Όταν επιτέλους κατάλαβα τι γινόταν, άργησε να αλλάξει το φανάρι, λες και είχε κολλήσει στο κόκκινο και όταν τελικά άλλαξε, έβαλα περισσότερη ταχύτητα στο τρέξιμο από όση χρειαζόταν, από φόβο μην προλάβω ξανά το κόκκινο φανάρι πιο κάτω. Είχα μεγαλώσει κι ωριμάσει, υποτίθεται και έγινα πιο τολμηρός. Άρχισα να μπαίνω στα καταστήματα που φοβόμουν, αγόραζα τα πάντα, ακόμη κι αν ήξερα ότι ήταν ανοησίες και ψεύτικα, προσέγγιζα άλλους περαστικούς και προσφερόμουν να τους κρατήσω συντροφιά στον περίπατό τους, μόνο που αυτή τη φορά έβγαινα από το δρόμο μου και τους πήγαινα στον παράδρομο, μέχρις ενός σημείου, ακόμα και μέχρι το σπίτι τους, αν το ήθελαν. Και αν η επιθυμία ήταν κοινή, έμενα και σπίτι τους για κάποιο διάστημα μικρό ή μεγάλο.
Μα η λαχτάρα του δρόμου ήταν μεγάλη μέσα μου από τότε που μωρό παιδί με άφησαν να μπουσουλήσω πάνω του. Έφυγα από όσα σπίτια μπήκα, βγήκα στην άσφαλτο που λάτρευα και συνέχισα να περπατάω με τόση όρεξη όση δεν είχα ποτέ. Τώρα προσπερνούσα περαστικούς κι αυτοκίνητα, αδιαφορούσα για τις βιτρίνες και τα καταστήματα, έμαθα τι να κάνω με τα φανάρια τόσο καλά που ακόμη και κόκκινο αν ήταν, έβρισκα τον τρόπο και περνούσα με ασφάλεια, μέχρι που έφτασα σε μια στροφή, στο τέλος του δρόμου, που δεν είχα ξαναδεί. Κοίταξα γύρω μου, δεν ήταν κανείς. Κοίταξα μπροστά αλλά ήταν κλειστή η στροφή και δεν έβλεπα τι ακολουθούσε. Μάλλον ένας νέος δρόμος με νέα καταστήματα, σπίτια που δεν είχα δει ξανά και περαστικούς που για πρώτη φορά θα έβλεπα. Κοίταξα πίσω μου για να σε δω αλλά δεν ήσουν πουθενά. Θα ήθελα να ερχόσουν μαζί μου αλλά δεν γίνεται και σε περίμενα όχι για να σε πάρω μαζί μου αλλά για να σου πω αντίο. Έστειλα στον αέρα ένα φιλί προς το μέρος σου, ανασκουμπώθηκα και ξεκίνησα για το νέο μου δρόμο, μόνος, όπως θα έπρεπε να είμαι και με έκπληξη παρατήρησα πως όταν έκανα το πρώτο μου βήμα πάνω στη νέα οδό, έγινα ξανά μωρό με τις πάνες, που το άφησαν να μπουσουλήσει σε δρόμους που δεν ήξερε.
2 σχόλια
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο

απλά εξαίρετο το κείμενό σου…….πολλες φορες οι σακουλες που ανοιγεις ειναι αδειες μεσα…και ειναι εκει που σπας το κεφαλι σου αφου θυμασαι με σιγουρια οτι κατι αγορασες…..η βλακεια-ευτυχια της ζωης μας ειναι πως τσ οραιοτερα πραγματα της ειναι δωρεαν…γι αυτο οτι μπορεις ν αγορασεις ειναι τοσο μα τοσο μικρο….και μια απορια εν τελει ποσες σκατα στροφες εχει αυτος ο δρομος???????το ρωταω γιατι ο δικος μου εχει κατντησει μια συνεχομενη στροφη…..να σαι καλα να μας χαριζεις τετοια κειμενα
Πολλές στροφές, πάρα πολλές στροφές. Αλλά είναι ένα ταξίδι που πρέπει να κάνουμε. Την καλημέρα μου.