
Όταν βρισκόταν σε απόγνωση, σήκωνε τα μάτια του ψηλά και κοίταζε τον ουρανό αλλά μόνο όταν ήταν νύχτα. Αν τύχαινε και θλίβονταν ημέρα, κοίταζε χαμηλά κάτω στη γη. Γιατί το έκανε, δεν ήξερε. Περίμενε άραγε κάποιο σημάδι από ψηλά, απ’ τ’ αστέρια, έναν από μηχανής Θεό που θα έλυνε τα προβλήματά του; Ή μήπως κοιτούσε βουρκωμένος εκεί από όπου είχε κατέβει, μπας και τον δει κανένας συγγενής ή φίλος απ’ τα παλιά και καταδεχτεί να έρθει το βράδυ στον ύπνο του και να του χαϊδέψει τα μαλλιά; Πολύ του άρεσε αυτό.
Δεν είχε μοιραστεί τη σκέψη του αυτή και την ελπίδα με κανέναν γιατί ήξερε καλά πως θα τον κορόιδευαν, για αυτό και την κράτησε μέσα του κι αυτή, όπως και τόσα άλλα. Γιατί μια μοίρα φαίνεται του είχε ορίσει να είναι χαρούμενος αλλά να μην το μαθαίνει κανείς, να είναι θλιμμένος και κανείς να μην ξέρει το λόγο. Να βλέπει πολλά αλλά να μην μπορεί να μιλήσει για αυτά ή να τα περιγράψει παραέξω. Να ζει αλλά να υποκρίνεται πως δεν έχει σκιά.
Ήταν καλή παρέα τα αστέρια, όμως. Εκείνα του είχαν κρατήσει συντροφιά τις νύχτες που έτρεχε χιλιόμετρα να βρει απαντήσεις σε δρόμους λάθος και σωστούς, σε εκείνα μιλούσε και ίσως και να τον άκουγαν, ίσως πάλι και όχι αλλά δεν τον πείραζε. Φτάνει που εκείνος πίστευε πως είχαν ακοή. Και σε έναν κόσμο που γρήγορα άλλαζε γύρω του, σε γνώσεις που έρχονταν και έφευγαν, στις απαιτήσεις που αυξάνονταν και που κρινόταν για αυτές χωρίς καν να τις γνωρίζει, εκείνα έμεναν πάντα σταθερά, σαν τις αναλλοίωτες αλήθειες που πάσχιζε να θυμηθεί. Κι αυτό ήταν μεγάλη παρηγοριά, όσο λίγο κι αν ακούγεται. Στέγνωναν με το φως τους τον ιδρώτα του από τις μάχες που έπρεπε κάθε μέρα να δώσει, φώτιζαν τη νυχτερινή του μελέτη γνώσεων που δεν ξέρουν πολλοί αλλά που μέσα του ήταν μπερδεμένη σαν μίτος και τρεμόπαιζαν λες και κατανοούσαν το δικό του δράμα, που δεν ήταν το μεγαλύτερο του κόσμου. Αλλά ήταν το δικό του.
Κι απόψε κοίταζε τα αστέρια ξανά. Ναι, ήταν πάλι θλιμμένος, ναι, πάλι ίσως έλπιζε σε από μηχανής Θεούς του ουρανού, ναι, ίσως και πάλι να περίμενε κάποιο σημάδι, γιατί όλα ήταν μπερδεμένα μέσα του και έπρεπε να απολογηθεί για αυτό κι έπρεπε να καταλάβει τους άλλους τώρα, που μετά βίας προσπαθούσε να καταλάβει ξανά τον εαυτό του. Κοίταξε τα αστέρια και είδε τον Δράκοντα με τα πολλά του άστρα να έχει την κεφαλή του απέναντι ακριβώς από τη Σελήνη. Φυσιολογικό αστρονομικό φαινόμενο, πρέπει να συμβαίνει συχνά και αυτό θα μπορούσαν να το απαντήσουν οι αστρονόμοι. Δεν μπορούσαν όμως να λύσουν τη δική του απορία:την κοιτούσε απλά τη σελήνη ή είχε ανοίξει το στόμα του να την καταβροχθίσει;
2 σχόλια
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο

They walk in the sky
So near and so high
They’re stopping for none
And when the day’s done
They agree that the sea
Is the best place to be
Wondrously free
They live happily
They know from the past
Life simply doesn’t last
So they live for today
For tomorrow they may
Not be able to walk in the skies
Sun slips into horizon
Moon reaches for the stars
Music is the healer
No matter who you are
No matter who you are…
They walk in the sky
So near and so high
They’re stopping for none
And when the day’s done
They agree that the sea
Is the best place to be
Wondrously free
They live happily
They know from the past
Life simply doesn’t last
So they live for today
For tomorrow they may
Not be able to walk in the skies
Sun slips into horizon
Moon reaches for the stars
Music is the healer
No matter who you are
No matter who you are…
Sun slips into horizon
Moon reaches for the stars
Music is the healer
No matter who you are
No matter who you are…
όταν είσαι σ απόγνωση είναι που η κραυγή σου εχει την δύναμη να φτάσει ως τ άστρα όταν είσαι θλιμένος συνδέεσαι με το σκοπό και κοιτάς τη γη είσαι ο μίτος που συνδέει ουρανό και γη