Πάντοτε πίστευε πως οι μεγαλύτερες αλλαγές δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου προετοιμασίας αλλά η οριακή εκείνη στιγμή που μια μικρή έκρηξη θα συνέβαινε στο μυαλό, βίαιη όμως σαν τη γέννηση ενός άστρου. Το ωστικό της κύμα, διαπερνώντας ένα ένα τα πέπλα του εαυτού, θα προκαλούσε αλυσιδωτές αντιδράσεις και ό,τι έως τότε ήταν ακίνητο θα κινούνταν και το ένα στοιχείο θα αντιδρούσε με το άλλο και, κατακλυσμιαία στην αρχή αλλά χάνοντας ταχύτητα όσο πλησίαζε προς τη σταθερότητα ξανά, ιδέες, απόψεις και αντιλήψεις θα άλλαζαν, μέχρι το σύστημα να φτάσει ξανά στην ισορροπία.
Τούτη η ώρα είχε φτάσει για εκείνον. Χρόνια την περίμενε, είχε υποψιαστεί πως θα συνέβαινε, διότι οτιδήποτε άλλο του φαινόταν ξένο και ακόμη και οι σκέψεις έμοιαζαν να μην ήταν δικές του. Είδε όμως ότι οι απόψεις του γκρεμίζονταν και ο κόσμος δεν ήταν όπως τον ήξερε. Σαν να είχε φορέσει κάποια υπερφυσικά γυαλιά, όλα πλέον τα έβλεπε διαφορετικά και όλα του έμοιαζαν ξένα και οικεία ταυτόχρονα. Και ήταν που πολλές φορές πλυμμύριζε από τις δυνάμεις της ζωής και άλλες που ένιωθε σαν καρυδότσουφλο στις παλίρροιές τους. Και άλλοτε άφηνε να τον παρασύρουν και άλλοτε να πέφτουν πάνω του σαν σε κυματοθραύστη. Δύναμη ένιωθε να ξυπνάει μέσα του και ήταν πότε με δέος και φόβο και πότε με άγρια χαρά που δεχόταν το κάλεσμά της. Μήπως κάπως έτσι ένιωθε ίσως και ο Αδάμ όταν άνοιξε τα μάτια του στη Δημιουργία;
Τις τελευταίες ημέρες το δέος και ο φόβος περίσσευαν. Τι ήταν άραγε, καρυδότσουφλο στην τρικυμία ή ισχυρός κυματοθραύστης; Ή τίποτα από όλα αυτά; Είχε χαρά στο νέο κόσμο που ξυπνούσε αλλά είχε και αγωνία και ανησυχία μη και δεν ξυπνήσει όπως έπρεπε και πάνε όλα χαμένα. Το άγχος τον έκανε να μην μπορεί να αναπνεύσει και ξανά, χωρίς να το επιδιώξει, μπήκε στο νέο κόσμο που από μικρός έμπαινε έτσι ασυναίσθητα και ένιωσε όλα εκείνα μαζί για μια ακόμη φορά. Βοήθεια όμως του δόθηκε και επέστρεψε πίσω με έναν ισχυρό πονοκέφαλο και με οργή, τη γνώριμη οργή των τελευταίων ημερών.
Μπήκε στο μπάνιο. Ήθελε να πέσει επάνω του το κρύο νερό, να νιώσει εκείνο το ρεύμα του ψυχρού που ζωογονούσε κάθε του κύτταρο. Και καθώς το κρύο νερό κυλούσε πάνω στο σώμα του και ζωή ένιωσε ότι κατέβαινε με το κρύο ρεύμα νερού στη σπονδυλική του στήλη, θυμήθηκε τι τον είχαν συμβουλεύσει για το μεσαίο κατάρτι. Ήταν όμως με μια χαρά σχεδόν Διονυσιακή που το θυμήθηκε και, χωρίς να το συνηθίζει, άρχισε να χορεύει μέσα στο μπάνιο με έναν χορό που μετρούσε αμέτρητα χρόνια. Και ήταν λες και κάτι γεννήθηκε.
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο
